Ο ‘Αγριος Κρόκος

Οι κρόκοι είναι από τα ωραιότερα αγριολούλουδα της ελληνικής φύσης. Ανθίζουν σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο, αρχίζοντας το φθινόπωρο από τα νότια και τα χαμηλά για να συνεχίσουν χειμώνα, άνοιξη και καλοκαίρι στα ψηλά βουνά και την ορεινή ζώνη. Από πού πήρε το όνομά του, πού φύεται και πότε ανθίζει ο ήμερος και ο άγριος κρόκος; Ας τα δούμε όλα παρακάτω.

Οι κρόκοι που δίνουν το «σαφράν» ή «ζαφορά» είναι οι φθινοπωρινοί, που έχουν πολύ μεγάλο ύπερο χωρισμένο σε επιμήκη στίγματα. Από τα στίγματα αυτά παράγεται το σαφράν, το οποίο ανάλογα με την χρήση του είναι πανάκριβο άρτυμα, φάρμακο ή χρωστική ύλη που δίνει ένα πολύ λαμπερό κίτρινο χρώμα.

Από την περσική λέξη azafran ή την αραβική zafaran προέρχονται οι ευρωπαϊκές λέξεις για τα στίγματα του κρόκου, όπως ζαφορά στη νεοελληνική γλώσσα, σαφράν (saffran) στην γαλλική, zaferano στην ιταλική, κοκ. Η χρήση του κρόκου στην Ελλάδα και τον πολιτισμό του Αιγαίου είναι πανάρχαια. Ως άρτυμα και χρωστική ύλη αναγράφεται στις πινακίδες με την Γραμμική Β’ γραφή της ελληνικής γλώσσας. Ως διακοσμητικό μοτίβο υπάρχει σε πλήθος τοιχογραφιών και ευρημάτων από τον «μινωικό» και «κυκλαδικό» πολιτισμό. Διάσημη είναι η τοιχογραφία με της κροκοσυλλέκτριες (16ος αιώνας π.Χ.) από το Ακρωτήρι της Θήρας.

Στη Θήρα και σε ορισμένα άλλα νησιά, ο άγριος κρόκος ή ζαφορά, συλλέγεται ως και τις μέρες μας. Αλλού, όπως στην Κρήτη, η χρήση των κρόκων έχει ξεχαστεί.

Ο ήμερος κρόκος (Crocus sativus) της Κοζάνης είναι στείρο φυτό και αναπαράγεται μόνο βλαστητικά. Στις αρχές του 17ου αιώνα έφεραν βολβούς του στην περιοχή Κοζανίτες έμποροι και από τότε άρχισε η καλλιέργειά του.

Ο άγριος κρόκος είναι πρόγονος του καλλιεργήσιμου και ονομάζεται κρόκος του Καρτράιτ (cartwrightianus). Ο άγγλος πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη Καρτράιτ έστειλε ένα τέτοιο κρόκο από την Τήνο στον βοτανολόγο Χέρμπερτ. Αυτός δημοσίευσε την επιστημονική του περιγραφή και για να τιμήσει τον πρόξενο έδωσε στο φυτό τ’ όνομά του. Ο καρτραϊκός κρόκος είναι ίδιος με τον ήμερο αλλά πιο μικρός. Είναι ενδημικό φυτό Αττικής, Κυκλάδων και Δυτικής Κρήτης. Ανθίζει Οκτώβριο-Δεκέμβριο σε βραχώδεις λοφοπλαγιές, χαμηλούς θαμνότοπους και αραιά πευκοδάση. Φύεται από τις παραθαλάσσιες περιοχές μέχρι τα 1.000 μέτρα.

Ο κρόκος των κρητικών ορέων (oreocreticus) μοιάζει πολύ με τον καρτραϊκό. Φυτρώνει σε μεγάλα υψόμετρα στα βουνά της Κρήτης (Ψηλορείτης, Δίκτη, Θρυπτή) το φθινόπωρο.

Ο κρόκος του Τουρνεφόρ (turnefortii) είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ονομάζεται ζαφορά στις Κυκλάδες. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του γάλλου βοτανολόγου Πιτόν ντεΤουρνεφόρ που περιέγραψε πολλά φυτά του Αιγαίου γύρω στο 1700. Ο τουρνεφόρτιος κρόκος ανθίζει από Σεπτέμβριο μέχρι Νοέμβριο σε Δωδεκάνησα, Κρήτη, Κυκλάδες και Ύδρα σε πετρώδεις τοποθεσίες, ρωγμές βράχων και φρυγανότοπους, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 650 μέτρα. Τα κόκκινα στίγματα του είναι πολύ μεγάλα και διακλαδίζονται σε δεκάδες νημάτια.

Μεγάλα στίγματα έχει και ο κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cancellatus υποείδος mazziaricus) που ανθίζει από τον Σεπτέμβριο στην κυρίως χώρα, Εύβοια, Νάξο, Ηρακλειά, Πελοπόννησο, Ιόνια νησιά από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.500 μέτρα σε βραχώδεις πλαγιές και θαμνότοπους.

Αυτοί οι τρεις φθινοπωρινοί κρόκοι (κατρταϊκός, τουρνεφόρτιος και εσχαρωτός) έχουν μεγάλα στίγματα, όπως ο ήμερος κρόκος της Κοζάνης και μπορούν να αποδώσουν σαφράν. Με την εμπειρία και το παράδειγμα των κροκοπαραγωγών της Κοζάνης, πολλά νησιά του Αιγαίου θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα φτωχά εδάφη τους με την καλλιέργεια κρόκων από τα είδη που είναι αυτοφυή και ενδημικά στα νησιά και να έχουν παραγωγή σαφράν αντί να έχουν παραδώσει τα νησιά στα κατσίκια.

Οι κρόκοι είναι φυτά ευρωασιατικά. Εξαπλώνονται από την Πορτογαλία μέχρι την δυτική Κίνα και περιλαμβάνουν 80 είδη. Η πλειονότητά τους συγκεντρώνεται στην βορειοανατολική Μεσόγειο και κυρίως στην Τουρκία και την Ελλάδα. Στη χώρα μας ευδοκιμούν 21 είδη αυτοφυών κρόκων. Aπό  αυτά τα 9 είναι ενδημικά. Εκτός από τα τρία αιγαιοπελαγίτικα είδη που δίνουν την ζαφορά, υπάρχουν και κρόκοι που έχουν μεγάλη αισθητική αξία και καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικοί.

Δύο από τους ωραιότερους ελληνικούς κρόκους είναι ενδημικοί της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου και κυρίως της Μάνης. Μέσα από το σκληρό φθινοπωρινό και χειμωνιάτικο τοπίο της Μάνης ξεπετάγονται ο πανέμορφος κρόκος ο χιονώδης και ο εκπληκτικός κρόκος του Γουλιμή. Οι βολβοί τους αποτελούν αντικείμενο λεηλασίας από τους ξένους και μοσχοπωλούνται ως σπάνια καλλωπιστικά φυτά στην Ευρώπη και κυρίως στην Αγγλία.

Η φθινοπωρινή και χειμωνιάτικη φύση είναι πλούσια στην Ελλάδα, με τους κρόκους να κυριαρχούν. Είναι και οικονομικά αποδοτική, όπως αποδεικνύεται από τους κρόκους της Κοζάνης και την παραγωγή σαφράν.